by Johann Wolfgang von Goethe (1749 - 1832)
Translation © by Christakis Poumbouris

Der Gott und die Bajadere
Language: German (Deutsch) 
Available translation(s): CAT DUT ENG ENG FRE GRE
  Mahadöh, der Herr der Erde,
  Kommt herab zum sechstenmal,
  Daß er unsers gleichen werde,
  Mit zu fühlen Freud' und Qual.
  Er bequemt sich hier zu wohnen,
  Läßt sich Alles selbst geschehn.
  Soll er strafen oder schonen,
  Muß er Menschen menschlich sehn.
Und hat er die Stadt sich als Wandrer betrachtet,
Die Großen belauert, auf Kleine geachtet,
Verläßt er sie Abends, um weiter zu gehn.

  Als er nun hinausgegangen,
  Wo die letzten Häuser sind,
  Sieht er, mit gemahlten Wangen
  Ein verlornes schönes Kind.
  Grüß' dich, Jungfrau! - Dank der Ehre! 
  Wart', ich komme gleich hinaus -
  Und wer bist du? - Bajadere,
  Und dieß ist der Liebe Haus.
Sie rührt sich, die Cymbeln zum Tanze zu schlagen;
Sie weiß sich so lieblich im Kreise zu tragen,
Sie neigt sich und biegt sich, und reicht ihm den Strauß. 

  Schmeichelnd zieht sie ihn zur Schwelle,
  Lebhaft ihn ins Haus hinein.
  Schöner Fremdling, lampenhelle
  Soll sogleich die Hütte seyn.
  Bist du müd', ich will dich laben,
  Lindern deiner Füße Schmerz.
  Was du willst, das sollst du haben,
  Ruhe, Freuden oder Scherz.
Sie lindert geschäftig geheuchelte Leiden.
Der Göttliche lächelt; er siehet mit Freuden,
Durch tiefes Verderben ein menschliches Herz.

  Und er fordert Sklavendienste;
  Immer heitrer wird sie nur,
  Und des Mädchens frühe Künste
  Werden nach und nach Natur.
  Und so stellet auf die Blüte
  Bald und bald die Frucht sich ein;
  Ist Gehorsam im Gemüthe,
  Wird nicht fern die Liebe seyn.
Aber, sie schärfer und schärfer zu prüfen,
Wählet der Kenner der Höhen und Tiefen
Lust und Entsetzen und grimmige Pein.

  Und er küßt die bunten Wangen,
  Und sie fühlt der Liebe Qual,
  Und das Mädchen steht gefangen,
  Und sie weint zum erstenmal;
  Sinkt zu seinen Füßen nieder,
  Nicht um Wollust noch Gewinnst,
  Ach! und die gelenken Glieder,
  Sie versagen allen Dienst.
Und so zu des Lagers vergnüglicher Feyer
Bereiten den dunklen behaglichen Schleier
Die nächtlichen Stunden, das schöne Gespinst.

  Spät entschlummert unter Scherzen,
  Früh erwacht nach kurzer Rast,
  Findet sie an ihrem Herzen
  Todt den vielgeliebten Gast.
  Schreiend stürzt sie auf ihn nieder,
  Aber nicht erweckt sie ihn,
  Und man trägt die starren Glieder
  Bald zur Flammengrube hin.
Sie höret die Priester, die Todtengesänge,
Sie raset und rennet und theilet die Menge.
Wer bist du? was drängt zu der Grube dich hin?

  Bei der Bahre stürzt sie nieder,
  Ihr Geschrei durchdringt die Luft:
  Meinen Gatten will ich wieder!
  Und ich such ihn in der Gruft.
  Soll zu Asche mir zerfallen
  Dieser Glieder Götterpracht?
  Mein! er war es, mein vor allen!
  Ach, nur Eine süße Nacht!
Es singen die Priester: Wir tragen die Alten,
Nach langem Ermatten und spätem Erkalten,
Wir tragen die Jugend, noch eh' sie's gedacht.

  Höre deiner Priester Lehre:
  Dieser war dein Gatte nicht.
  Lebst du doch als Bajadere,
  Und so hast du keine Pflicht.
  Nur dem Körper folgt der Schatten
  In das stille Todtenreich;
  Nur die Gattin folgt dem Gatten:
  Das ist Pflicht und Ruhm zugleich.
Ertöne, Drommete, zu heiliger Klage!
O nehmet, ihr Götter! die Zierde der Tage,
O nehmet den Jüngling in Flammen zu euch!

  So das Chor, das ohn' Erbarmen
  Mehret ihres Herzens Noth;
  Und mit ausgestreckten Armen
  Springt sie in den heißen Tod.
  Doch der Götter-Jüngling hebet
  Aus der Flamme sich empor,
  Und in seinen Armen schwebet
  Die Geliebte mit hervor.
Es freut sich die Gottheit der reuigen Sünder;
Unsterbliche heben verlorene Kinder
Mit feurigen Armen zum Himmel empor.

Confirmed with Goethe's Werke, Vollständige Ausgabe letzter Hand, Erster Band, Stuttgart und Tübingen, in der J.G.Cotta'schen Buchhandlung, 1827, pages 251-255; and with Musen-Almanach für das Jahr 1798. herausgegeben von Schiller. Tübingen, in der J.G.Cottaischen Buchhandlung, pages 188-193.


Authorship

Musical settings (art songs, Lieder, mélodies, (etc.), choral pieces, and other vocal works set to this text), listed by composer (not necessarily exhaustive)

Available translations, adaptations or excerpts, and transliterations (if applicable):

  • CAT Catalan (Català) (Salvador Pila) , "El déu i la baiadera", copyright © 2016, (re)printed on this website with kind permission
  • DUT Dutch (Nederlands) [singable] (Lau Kanen) , "De god en de bajadère", copyright © 2006, (re)printed on this website with kind permission
  • ENG English (Emily Ezust) , "The god and the dancing-girl", copyright ©
  • ENG English (Leon Malinofsky) , "The God and the Bayadere", copyright © 2011, (re)printed on this website with kind permission
  • FRE French (Français) (Anne Louise Germaine de Staël-Holstein) , "La Bayadere, et le Dieu de l'Inde" [an adaptation]
  • FRE French (Français) (Pierre Mathé) , "Le Dieu et la bayadère", copyright © 2012, (re)printed on this website with kind permission
  • GRE Greek (Ελληνικά) [singable] (Christakis Poumbouris) , "Ο Θεός και η Μπαγιαντέρα", copyright © 2013, (re)printed on this website with kind permission
  • HUN Hungarian (Magyar) (Árpád Tóth) , "Az isten és a bajadér"


Research team for this text: Martin-Beatus Meier , Peter Rastl [Guest Editor]

Text added to the website between May 1995 and September 2003.
Last modified: 2017-06-19 06:28:25
Line count: 99
Word count: 564

Ο Θεός και η Μπαγιαντέρα
Language: Greek (Ελληνικά)  after the German (Deutsch) 
Να ο Σίβα κατεβαίνει
Έκτη του στη γη φορά, / Έκτη του φορά στη γη.
Όμοιος με μας να γένει
Στον καημό και στη χαρά. / Βάσανα, χαρές να βρει.
Κατοικεί στα σπιτικά μας,
Κι ό,τι λάχει ας του συμβεί.
Τιμωρός ή φύλακας μας,
Δείχνει γνώση ανθρώπινη.
Την πόλη σαν ξένος αφού διατρέχει,
Τον πλούτο ενεδρεύει, τη φτώχια προσέχει,
Κινάει το βράδυ, αλλού να βρεθεί.

Μόλις απ’ την πόλη βγαίνει,
Στα στερνά τα σπίτια ’κεί,
Να, στα μάγουλα βαμμένη
Κόρη άσωτη όμορφη: / Κοπελιά άσωτη όμορφη:
Χαίρε, κόρη! -Καλησπέρα!
Με τιμή σε προϋπαντώ.
Και ποια είσαι; -Μπαγιαντέρα,
Σε αγάπης σπιτικό.
Κουνιέται, τα κύμβαλα ηχούν που χτυπάει,
Χορεύει, με χάρη το σώμα γυρνάει,
Μ’ υπόκλιση δίνει ανθοδέσμη σ’ αυτόν.

Γλύκες στο κατώφλι πρώτα,
Μέσα μπάζει τον μ’ ορμή.
Μορφονιέ, για σένα φώτα
Θεν’ ανάψω στη στιγμή.
Κουρασμένο θα σ’ ευφράνω,
Θα καλμάρω ό,τι πονά,
Ό,τι θες θα σου το κάνω,
Γλύκες ή πειράγματα. / Κάλμα, γλύκες, χωρατά.
Με ζήλο ηρεμεί προσποιούμενα άλγη,
Χαμόγελο ο Σίβα, χαρά να κοιτάει,
Βαθιά μες στο βούρκο καρδιά μάλαμα. / μελένια καρδιά.

Σκλάβα τής ζητά να γένει,
Που ’ν’ όλο πιο πρόσχαρη,
Και της κόρης πρώιμη τέχνη
Μ’ άσκηση είν’ έμφυτη. / Κάνει ο χρόνος έμφυτη.
Όπως ωριμάζει στ’ άνθος
Στον καιρό του ο καρπός,
’Πακοή στ’ ανθρώπου βάθος
Είν’ αγάπης προπομπός.
Κι όλο αυτός πιο σκληρά εξετάζει,
Γνώστης του βάθους και ύψους προστάζει,
Φρίκη, ηδονή (και) καημό βλοσυρό.

Κι η μαγουλοφιλημένη
Νιώθει αγάπης βάσανα,
Στέκεται αιχμαλωτισμένη,
Κλαίει πρώτη της φορά.
Ως τα πόδια του προσπέφτει,
Μη για κέρδος κι ηδονή,
Αχ! Τα λυγισμένα μέλη
Είναι όλα αδρανή.
Για να ’ναι στην κοίτη το γλέντι ωραίο,
Το άνετο σκούρο ’τοιμάζουνε πέπλο,
Νυχτιάτικες ώρες μ’ αιθέρια υφή.

Με παιχνίδια αποκοιμιέται,
Κι αγουροξυπνά νωρίς,
Στην καρδιά της δεν κουνιέται
Ο αγαπημένος της.
Με κραυγές να πέσει θέλει
Πάνω του, μα δεν ξυπνά.
Παίρνουν τα νεκρά του μέλη
Όπου να ’ναι στην πυρά.
Ηχεί ιερέων ο ύστερος ύμνος,
Με μάνητα τρέχει, ξεσκίζει το πλήθος.
Ποια είσαι; Γιατί πας στις φλόγες μπροστά;

Στο φορείο πέφτει πάνω,
Σκίζει αιθέρες η κραυγή:
Τον καλό μου ’ρθα να πάρω,
Και τον ψάχνω στην ταφή.
Πώς και στάχτη θ’ απομείνει
Από θεϊκή μορφή;
Ναι! Δικός μου είχε γίνει
Αχ, μια νύχτα ποθητή! / Νύχτα μια και ποθητή!
Ηχούν ψαλμωδίες: Κηδεύουμε γέρους
Αποκαμωμένους, στερνά κρυωμένους,
Κηδεύουμε νιότη, πριν καν το σκεφτεί.

Άκουσε τον ιερέα:
Άντρα σου μην τον σκεφτείς.
Αφού ζεις σαν μπαγιαντέρα,
Δεν είσαι υπόχρεη.
Σώμα κι ίσκιος γίνονται ένα
Στων νεκρών τη σιωπή.
Πάει στον άντρα η γυναίκα:
Είν’ καθήκον και τιμή.
Αντήχα, τρομπέτα, είν’ άγιοι οι θρήνοι,
Ω πάρτε, θεοί μας, της Μέρας στολίδι,
Τ’ αγόρι στις φλόγες, κοντά σας να ’ρθει.

Δίχως λύπηση οι ψαλτάδες / ψάλτες
Θλίψη ανάβουν στην καρδιά,
Και μ’ ορθάνοικτες αγκάλες
Στου νεκρού φωτιά πηδά.
Μα ο νιος θεός κινείται
Κι απ’ τη φλόγα αναπετά, / αποσκιρτά,
Και μαζί του αιωρείται
Η καλή του αγκαλιά.
Στα θεία χαρές για τους μετανιωμένους,
Αθάνατοι παίρνουν παραστρατημένους
Μ’ αγκάλες λαμπάδες στα ουράνια ψηλά.

Show a transliteration: DIN | ISO 843

Note on Transliterations

Authorship

  • Singable translation from German (Deutsch) to Greek (Ελληνικά) copyright © 2013 by Christakis Poumbouris, (re)printed on this website with kind permission. To reprint and distribute this author's work for concert programs, CD booklets, etc., you must ask the copyright-holder(s) directly for permission. If you receive no response, you must consider it a refusal.

    Christakis Poumbouris.  Contact: chrispou (AT) spidernet (DOT) com (DOT) cy

    If you wish to commission a new translation, please contact:

Based on

 

Text added to the website: 2013-05-08 00:00:00
Last modified: 2014-06-16 10:05:11
Line count: 99
Word count: 493